τσεκούρι
•
- εργαλείοεργαλείο κοπής ξύλου, αποτελούμενο από ξύλινη ή μεταλλική λαβή και βαριά μεταλλική κεφαλή με κοφτερή λεπίδα, που χρησιμοπεύει κυρίως στο κόψιμο ή το πελέκημα δέντρων και ξύλων Βικιλεξικό
- ιστορίαπολεμικό όπλο με μορφή παρόμοια με εκείνη του εργαλείου Βικιλεξικό
- < υπώνυμα: αλαβάρδα
- μεταφορικάδραστική περικοπή ή αυστηρό μέτρο, ιδίως σε δαπάνες, μισθούς κτλ. Βικιλεξικό
- Έπεσε τσεκούρι στις συντάξεις.
- μεταφορικάπολύ χαμηλή ή απορριπτική βαθμολογία σε εξετάσεις Βικιλεξικό
- Φημολογείται ότι με τον νέο καθηγητή θα πέσει τσεκούρι στην φυσική.
- κατ’ επέκτασηαυστηρός βαθμολογητής Βικιλεξικό
- αργκόαμυντικός ποδοσφαιριστής που παίζει σκληρά ή αντιαθλητικά και τραυματίζει τους αντιπάλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσεκούρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσεκούριον < ελληνιστική κοινή σεκούριον < λατινική securis.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσεκούρι | τσεκούρια |
| Γενική | τσεκουριού | τσεκουριών |
| Αιτιατική | τσεκούρι | τσεκούρια |
| Κλητική | τσεκούρι | τσεκούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →