Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσεκούρι

/t͡seˈku.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εργαλείοεργαλείο κοπής ξύλου, αποτελούμενο από ξύλινη ή μεταλλική λαβή και βαριά μεταλλική κεφαλή με κοφτερή λεπίδα, που χρησιμοπεύει κυρίως στο κόψιμο ή το πελέκημα δέντρων και ξύλων Βικιλεξικό
  2. ιστορίαπολεμικό όπλο με μορφή παρόμοια με εκείνη του εργαλείου Βικιλεξικό
    • < υπώνυμα: αλαβάρδα
  3. μεταφορικάδραστική περικοπή ή αυστηρό μέτρο, ιδίως σε δαπάνες, μισθούς κτλ. Βικιλεξικό
    • Έπεσε τσεκούρι στις συντάξεις.
  4. μεταφορικάπολύ χαμηλή ή απορριπτική βαθμολογία σε εξετάσεις Βικιλεξικό
    • Φημολογείται ότι με τον νέο καθηγητή θα πέσει τσεκούρι στην φυσική.
  5. κατ’ επέκτασηαυστηρός βαθμολογητής Βικιλεξικό
  6. αργκόαμυντικός ποδοσφαιριστής που παίζει σκληρά ή αντιαθλητικά και τραυματίζει τους αντιπάλους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσεκούρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσεκούριον < ελληνιστική κοινή σεκούριον < λατινική securis.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσεκούριτσεκούρια
Γενικήτσεκουριούτσεκουριών
Αιτιατικήτσεκούριτσεκούρια
Κλητικήτσεκούριτσεκούρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →