τσελεμπής
•
- ιστορίατίτλος των παιδιών ενός ευγενούς (σουλτάνου -çelebi sultan-, αμιρά κ.λπ.) ή του μεγάλου δερβίση του τάγματος των Μεβλεβήδων Βικιλεξικό
- παρωχημένο, κατ’ επέκταση) άρχοντας, αφέντης Βικιλεξικό
- παρωχημένοπροσαγόρευση ευκατάστατων Βικιλεξικό
- παρωχημένολεβέντης, νέος, καλοντυμένος Βικιλεξικό
- Ψηλέ λιγνέ μου τσελεμπή αφράτε και δροσάτε, / το μάθανε πως μ’ αγαπάς και θαρρετά περπάτειε («Έλα να σε φιλήσω», παραδοσιακό τραγούδι από τα Αλάτσατα της Σμύρνης)
- Ἄκου μὲ φλέγμα στωικὸν τὸ τί καθείς σοῦ ψάλλει / καὶ μὴν ἀφήνεις τὸ τσαπὶ / γιὰ ν᾿ ἀποδείξεις, τσελεπῆ, / πὼς ἔχεις σὰν τὰ πόδια σου γερὸ καὶ τὸ κεφάλι. (Γεώργιος Σουρής, Ο μαραθώνιος)
- Ο Σακαρέλος δεν ήθελε να είναι περήφανος και τσελεπής μόνο στη ντυμασιά, εννοούσε να είναι το ίδιο παστρικός και στα χέρια. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου [1915])
Ετυμολογία
τσελεμπής < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τζελεπής ή τσελεπής < προέλευσης από την οθωμανική τουρκική γλώσσα. Δείτε και την τουρκική λέξη çelebi.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσελεμπής | τσελεμπήδες |
| Γενική | τσελεμπή | τσελεμπήδων |
| Αιτιατική | τσελεμπή | τσελεμπήδες |
| Κλητική | τσελεμπή | τσελεμπήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →