τσελιγκάτο
•
- παλαιάς μορφής κοινωνικοοικονομική οργάνωση των τσοπάνων οι οποίοι ζούσαν νομαδικό ή ημινομαδικό βίο, μετακινούμενοι με τα κοπάδια τους, αναζητώντας βοσκοτόπια υπό την αρχηγία ενος τσέλιγκα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσελιγκάτο < τσέλιγκ(ας) + -άτο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσελιγκάτο | τσελιγκάτα |
| Γενική | τσελιγκάτου | τσελιγκάτων |
| Αιτιατική | τσελιγκάτο | τσελιγκάτα |
| Κλητική | τσελιγκάτο | τσελιγκάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →