τσελιγκοπούλα
•
- κόρη τσέλιγκα, θηλυκό του τσελιγκόπουλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσελιγκοπούλα < τσέλιγκ(ας) + -οπούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσελιγκοπούλα | τσελιγκοπούλες |
| Γενική | τσελιγκοπούλας | — |
| Αιτιατική | τσελιγκοπούλα | τσελιγκοπούλες |
| Κλητική | τσελιγκοπούλα | τσελιγκοπούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →