τσεμπαλίστας
•
- ο μουσικός που παίζει τσέμπαλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσεμπαλίστας < τσέμπαλ(ο) + -ίστας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσεμπαλίστας | τσεμπαλίστες |
| Γενική | τσεμπαλίστα | τσεμπαλιστών |
| Αιτιατική | τσεμπαλίστα | τσεμπαλίστες |
| Κλητική | τσεμπαλίστα | τσεμπαλίστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →