Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσεπχανές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοπολεμοφόδια, πυρομαχικά Βικιλεξικό
    • Τρία μπαϊράκια πήρε τους κι όλον τον τσεπχανέ τους. (Από δημοτικό τραγούδι για τον παπα–Θύμιο Βλαχάβα ή τον Κατσαντώνη)
    • Βλέπετε ὅτι εἴμεθα περικυκλωμένοι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, καὶ εὐθὺς νὰ στείλετε παντοῦ, τὴν νύχτα μέρα νὰ τὴν κάμετε, διὰ νὰ προφθασθοῦμεν, ἂν εἶναι τρόπος, τὴν ἰδίαν στιγμὴν μὲ ἀνθρώπους, ζαχιρὲν καί τσεπχανέν. (Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτενά, Αθήνα 1861, τ. 4, σελ. 491.)
  2. παρωχημένοοπλοθήκη Βικιλεξικό
  3. παρωχημένοπυριτιδαποθήκη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσεπχανές < τουρκική cephane < περσική

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσεπχανέςτσεπχανέδες
Γενικήτσεπχανέτσεπχανέδων
Αιτιατικήτσεπχανέτσεπχανέδες
Κλητικήτσεπχανέτσεπχανέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →