Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσερκένι

/t͡seɾˈce.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόο χαρταετός, ειδικά στην περιοχή της Σμύρνης Βικιλεξικό
    • Tα τσερκένια δεν ήτανε σαν τα εδώ, τετράγωνα ή με πολλές γωνίες. Nα σου εξηγηθώ. Φαντάσου ένα καλαμένιο τόξο —μισό τσέρκι, δηλαδή— με την κόρδα και με τη σαΐτα του. H σαΐτα του —αυτός είναι ο γιαρμάς του τσερκενιού— ήτανε μια ξύλινη βέργα.
    • Ένα φύλλο που το παίρνει τ’ αεράκι / και το πάει σαν τσερκένι στο κενό / σε τραβάει στην ουρά του σαν χαρτάκι / και σε πάει τσίμα – τσίμα στο γκρεμό
    • Ἔ, σεῖς παιδάκια ἀμέριμνα / Ἀϊτοὶ τῆς Καθαροδευτέρας ποὺ / Ἀπ’ τὴν ἀσφυξία τῶν ἡμερῶν / Βαθιά μᾶς συντηρεῖτε στὰ μελτέμια / Γιὰ νὰ πετάει στὸ τσερκένι μας ψηλότερα / Ὁ οὐρανὸς τοῦ ψεύδους.

Ετυμολογία

τσερκένι < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσερκένιτσερκένια
Γενικήτσερκενιούτσερκενιών
Αιτιατικήτσερκένιτσερκένια
Κλητικήτσερκένιτσερκένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →