τσερκένι
•
- ιδιωματικόο χαρταετός, ειδικά στην περιοχή της Σμύρνης Βικιλεξικό
- Tα τσερκένια δεν ήτανε σαν τα εδώ, τετράγωνα ή με πολλές γωνίες. Nα σου εξηγηθώ. Φαντάσου ένα καλαμένιο τόξο —μισό τσέρκι, δηλαδή— με την κόρδα και με τη σαΐτα του. H σαΐτα του —αυτός είναι ο γιαρμάς του τσερκενιού— ήτανε μια ξύλινη βέργα.
- Ένα φύλλο που το παίρνει τ’ αεράκι / και το πάει σαν τσερκένι στο κενό / σε τραβάει στην ουρά του σαν χαρτάκι / και σε πάει τσίμα – τσίμα στο γκρεμό
- Ἔ, σεῖς παιδάκια ἀμέριμνα / Ἀϊτοὶ τῆς Καθαροδευτέρας ποὺ / Ἀπ’ τὴν ἀσφυξία τῶν ἡμερῶν / Βαθιά μᾶς συντηρεῖτε στὰ μελτέμια / Γιὰ νὰ πετάει στὸ τσερκένι μας ψηλότερα / Ὁ οὐρανὸς τοῦ ψεύδους.
Ετυμολογία
τσερκένι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσερκένι | τσερκένια |
| Γενική | τσερκενιού | τσερκενιών |
| Αιτιατική | τσερκένι | τσερκένια |
| Κλητική | τσερκένι | τσερκένια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →