Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσι

/ˈt͡si/άρθρο
•
  1. ιδιωματικόπροφορική, κυρίως, μορφή μερικών πτώσεων του οριστικού άρθρου σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας Βικιλεξικό
    • Έτσι φινίρισα να μπαρκάρω σ' ευτούνο δω το πλεούμενο και ν' αρμενίζω μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει για τη φαμόζα Πόλη, τη μυριοτραγουδισμένη, που τσι^(τους) επαίνους για τσι^(τις) εμορφιές και τα πλούτια τση ακούμε τζα από τα μικράτα μας.

Ετυμολογία

τσι < συγκοπή των άρθρων της, τις, τους

Άλλοι τύποι

τστση

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →