τσι
•
- ιδιωματικόπροφορική, κυρίως, μορφή μερικών πτώσεων του οριστικού άρθρου σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας Βικιλεξικό
- Έτσι φινίρισα να μπαρκάρω σ' ευτούνο δω το πλεούμενο και ν' αρμενίζω μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει για τη φαμόζα Πόλη, τη μυριοτραγουδισμένη, που τσι^(τους) επαίνους για τσι^(τις) εμορφιές και τα πλούτια τση ακούμε τζα από τα μικράτα μας.
Ετυμολογία
τσι < συγκοπή των άρθρων της, τις, τους
Άλλοι τύποι
τστση
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →