τσιγγάνα
•
- θηλυκό του τσιγγάνος Βικιλεξικό
- Περδικόστηθη Tσιγγάνα, ω μαγεύτρα, που μιλείς τα μεσάνυχτα προς τ' άστρα γλώσσα προσταγής!
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιγγάνα | τσιγγάνες |
| Γενική | τσιγγάνας | — |
| Αιτιατική | τσιγγάνα | τσιγγάνες |
| Κλητική | τσιγγάνα | τσιγγάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →