Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσιγγάνικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τους τσιγγάνους Βικιλεξικό
  2. ο χαρακτηριστικός των τσιγγάνων Βικιλεξικό
  3. γύφτικος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσιγγάνικος <τσιγγάνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσιγγάνικοςτσιγγάνικητσιγγάνικο
Γενικήτσιγγάνικουτσιγγάνικηςτσιγγάνικου
Αιτιατικήτσιγγάνικοτσιγγάνικητσιγγάνικο
Κλητικήτσιγγάνικετσιγγάνικητσιγγάνικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσιγγάνικοιτσιγγάνικεςτσιγγάνικα
Γενικήτσιγγάνικωντσιγγάνικωντσιγγάνικων
Αιτιατικήτσιγγάνικουςτσιγγάνικεςτσιγγάνικα
Κλητικήτσιγγάνικοιτσιγγάνικεςτσιγγάνικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →