τσιγγάνικος
•
- ο σχετικός με τους τσιγγάνους Βικιλεξικό
- ο χαρακτηριστικός των τσιγγάνων Βικιλεξικό
- γύφτικος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιγγάνικος <τσιγγάνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιγγάνικος | τσιγγάνικη | τσιγγάνικο |
| Γενική | τσιγγάνικου | τσιγγάνικης | τσιγγάνικου |
| Αιτιατική | τσιγγάνικο | τσιγγάνικη | τσιγγάνικο |
| Κλητική | τσιγγάνικε | τσιγγάνικη | τσιγγάνικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιγγάνικοι | τσιγγάνικες | τσιγγάνικα |
| Γενική | τσιγγάνικων | τσιγγάνικων | τσιγγάνικων |
| Αιτιατική | τσιγγάνικους | τσιγγάνικες | τσιγγάνικα |
| Κλητική | τσιγγάνικοι | τσιγγάνικες | τσιγγάνικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →