τσιγγάνος
•
- άτομο της νομαδικής φυλής των αθίγγανων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιγγάνος < μεσαιωνική ελληνική ἀτσίγγανος < (ελληνιστική κοινή) (που δεν ακουμπά) < ἀ- + αρχαία ελληνική θιγγάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeyǵʰ- (ζυμώνω, δίνω μορφή) ::Προέρχεται από ένα μανιχαϊκό θρήσκευμα, προερχόμενο από τη Φρυγία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιγγάνος | τσιγγάνοι |
| Γενική | τσιγγάνου | τσιγγάνων |
| Αιτιατική | τσιγγάνο | τσιγγάνους |
| Κλητική | τσιγγάνε | τσιγγάνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →