τσιγκλάω
•
- κεντρίζω ένα ζώο με αιχμηρό αντικείμενο Βικιλεξικό
- ερεθίζω κάποιον λεκτικά ώστε να κάνει κάτι, τον εκνευρίζω και τον προκαλώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιγκλάω < Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια, ίσως < τσιγκλ(ίζω) + -άω < τσιγκέλι με συγκοπή του [e]. : Κατά τον Μπαμπινιώτη, πιθανόν < τσίγκλα < ξίγκλα (όργανο αργαλειού) < λατινικά cingula (ζώνη). Συζητά πολλές άλλες εκδοχές, όπως η σύνδεση με τη μεσαιωνική οὖγγλα, λατινική ungula (νύχι), ή με αμάρτυρο τύπο *τσιγκελώ. Οι διάφορες εκδοχές εξηγούν την ποικιλία γραφών της λέξης (με <γγ, γκ>, με <υ>).
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τσιγκλάω / τσιγκλώ | τσιγκλάς | τσιγκλά / τσιγκλάει | τσιγκλάμε / τσιγκλούμε | τσιγκλάτε | τσιγκλάν / τσιγκλάνε / τσιγκλούν / τσιγκλούνε |
| Παρατατικός | τσιγκλούσα | τσιγκλούσες | τσιγκλούσε | τσιγκλούσαμε | τσιγκλούσατε | τσιγκλούσαν / τσιγκλούσανε |
| Αόριστος | τσίγκλησα | τσίγκλησες | τσίγκλησε | τσιγκλήσαμε | τσιγκλήσατε | τσίγκλησαν / τσιγκλήσαν / τσιγκλήσανε |
| Μέλλοντας | θα τσιγκλάω / θα τσιγκλήσω / θα τσιγκλώ | θα τσιγκλάς / θα τσιγκλήσεις | θα τσιγκλά / θα τσιγκλάει / θα τσιγκλήσει | θα τσιγκλάμε / θα τσιγκλήσουμε / θα τσιγκλούμε | θα τσιγκλάτε / θα τσιγκλήσετε | θα τσιγκλάν / θα τσιγκλάνε / θα τσιγκλήσουν / θα τσιγκλήσουνε / θα τσιγκλούν / θα τσιγκλούνε |
| Παρακείμενος | έχω τσιγκλήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τσιγκλήσει / να τσιγκλάω / να τσιγκλήσω / να τσιγκλώ | να τσιγκλάς / να τσιγκλήσεις | να τσιγκλά / να τσιγκλάει / να τσιγκλήσει | να τσιγκλάμε / να τσιγκλήσουμε / να τσιγκλούμε | να τσιγκλάτε / να τσιγκλήσετε | να τσιγκλάν / να τσιγκλάνε / να τσιγκλήσουν / να τσιγκλήσουνε / να τσιγκλούν / να τσιγκλούνε |
| Προστακτική | — | τσίγκλα / τσίγκλαγε / τσίγκλησε | — | — | τσιγκλάτε / τσιγκλήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τσιγκλήθηκατσιγκλιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →