Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσιγκλάω

ρήμα
•
  1. κεντρίζω ένα ζώο με αιχμηρό αντικείμενο Βικιλεξικό
  2. ερεθίζω κάποιον λεκτικά ώστε να κάνει κάτι, τον εκνευρίζω και τον προκαλώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσιγκλάω < Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια, ίσως < τσιγκλ(ίζω) + -άω < τσιγκέλι με συγκοπή του [e]. : Κατά τον Μπαμπινιώτη, πιθανόν < τσίγκλα < ξίγκλα (όργανο αργαλειού) < λατινικά cingula (ζώνη). Συζητά πολλές άλλες εκδοχές, όπως η σύνδεση με τη μεσαιωνική οὖγγλα, λατινική ungula (νύχι), ή με αμάρτυρο τύπο *τσιγκελώ. Οι διάφορες εκδοχές εξηγούν την ποικιλία γραφών της λέξης (με <γγ, γκ>, με <υ>).

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτσιγκλάω / τσιγκλώτσιγκλάςτσιγκλά / τσιγκλάειτσιγκλάμε / τσιγκλούμετσιγκλάτετσιγκλάν / τσιγκλάνε / τσιγκλούν / τσιγκλούνε
Παρατατικόςτσιγκλούσατσιγκλούσεςτσιγκλούσετσιγκλούσαμετσιγκλούσατετσιγκλούσαν / τσιγκλούσανε
Αόριστοςτσίγκλησατσίγκλησεςτσίγκλησετσιγκλήσαμετσιγκλήσατετσίγκλησαν / τσιγκλήσαν / τσιγκλήσανε
Μέλλονταςθα τσιγκλάω / θα τσιγκλήσω / θα τσιγκλώθα τσιγκλάς / θα τσιγκλήσειςθα τσιγκλά / θα τσιγκλάει / θα τσιγκλήσειθα τσιγκλάμε / θα τσιγκλήσουμε / θα τσιγκλούμεθα τσιγκλάτε / θα τσιγκλήσετεθα τσιγκλάν / θα τσιγκλάνε / θα τσιγκλήσουν / θα τσιγκλήσουνε / θα τσιγκλούν / θα τσιγκλούνε
Παρακείμενοςέχω τσιγκλήσει—————
Υποτακτικήνα έχω τσιγκλήσει / να τσιγκλάω / να τσιγκλήσω / να τσιγκλώνα τσιγκλάς / να τσιγκλήσειςνα τσιγκλά / να τσιγκλάει / να τσιγκλήσεινα τσιγκλάμε / να τσιγκλήσουμε / να τσιγκλούμενα τσιγκλάτε / να τσιγκλήσετενα τσιγκλάν / να τσιγκλάνε / να τσιγκλήσουν / να τσιγκλήσουνε / να τσιγκλούν / να τσιγκλούνε
Προστακτική—τσίγκλα / τσίγκλαγε / τσίγκλησε——τσιγκλάτε / τσιγκλήστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

τσιγκλήθηκατσιγκλιέμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →