τσικνίζω
•
- ψήνω περισσότερο απ’ όσο πρέπει το φαγητό, το «καίω», ώσπου να αναδυθεί τσίκνα Βικιλεξικό
- μεταφορικάβγαίνω έξω και διασκεδάζω την Τσικνοπέμπτη (ενδεχομένως έχοντας προηγουμένως τσικνίσει το σπιτικό φαγητό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσικνίζω < τσίκνα + -ίζω < μεσαιωνική ελληνική τσίκνα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τσικνίζω | τσικνίζεις | τσικνίζει | τσικνίζουμε | τσικνίζετε | τσικνίζουν / τσικνίζουνε |
| Παρατατικός | τσίκνιζα | τσίκνιζες | τσίκνιζε | τσικνίζαμε | τσικνίζατε | τσίκνιζαν / τσικνίζαν / τσικνίζανε |
| Αόριστος | τσίκνισα | τσίκνισες | τσίκνισε | τσικνίσαμε | τσικνίσατε | τσίκνισαν / τσικνίσαν / τσικνίσανε |
| Μέλλοντας | θα τσικνίζω / θα τσικνίσω | θα τσικνίζεις / θα τσικνίσεις | θα τσικνίζει / θα τσικνίσει | θα τσικνίζουμε / θα τσικνίσουμε | θα τσικνίζετε / θα τσικνίσετε | θα τσικνίζουν / θα τσικνίζουνε / θα τσικνίσουν / θα τσικνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τσικνίσει | έχεις τσικνίσει | έχει τσικνίσει | έχουμε τσικνίσει | έχετε τσικνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τσικνίσει | είχες τσικνίσει | είχε τσικνίσει | είχαμε τσικνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τσικνίσει / να τσικνίζω / να τσικνίσω | να έχεις τσικνίσει / να τσικνίζεις / να τσικνίσεις | να έχει τσικνίσει / να τσικνίζει / να τσικνίσει | να έχουμε τσικνίσει / να τσικνίζουμε / να τσικνίσουμε | να έχετε τσικνίσει / να τσικνίζετε / να τσικνίσετε | να τσικνίζουν / να τσικνίζουνε / να τσικνίσουν / να τσικνίσουνε |
| Προστακτική | — | τσίκνιζε / τσίκνισε | — | — | τσικνίζετε / τσικνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →