τσιληπούρδισμα
•
- με την ορθογραφία τσιληπούρδισμα η λέξη απαντάται στο βυζαντινό κείμενο «Διήγηση των τετραπόδων ζώων» Βικιλεξικό
- η (συνήθως εξωσυζυγική) ερωτοτροπία Βικιλεξικό
- ἐγκάνιξα ἐκ τὴν χαράν, ἐφώναξα μεγάλως,
- πορδοκοπῶν εἰσέδραμα νὰ δώσω συχαρίτσιν,
- καὶ εἰς τὸ τσιληπούρδισμα, εἰς τὴν χαρὰν ἐκείνην
- καὶ εἰς τὸ ἀναρούφισμα τῆς ἐγκανισματίας
- τὸ πρόσταγμα ἐσέβηκεν εἰς τὰ ἐντός μου μέσα.
Ετυμολογία
τσιληπούρδισμα < ελληνιστική τσιληπούρδισμα < τσιληπουρδώ / τσιληπουρδῶ < αρχαία ελληνική σιληπορδέω / σιληπορδῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιληπούρδισμα | τσιληπουρδίσματα |
| Γενική | τσιληπουρδίσματος | τσιληπουρδισμάτων |
| Αιτιατική | τσιληπούρδισμα | τσιληπουρδίσματα |
| Κλητική | τσιληπούρδισμα | τσιληπουρδίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →