Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσιληπούρδισμα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. με την ορθογραφία τσιληπούρδισμα η λέξη απαντάται στο βυζαντινό κείμενο «Διήγηση των τετραπόδων ζώων» Βικιλεξικό
  2. η (συνήθως εξωσυζυγική) ερωτοτροπία Βικιλεξικό
    • ἐγκάνιξα ἐκ τὴν χαράν, ἐφώναξα μεγάλως,
    • πορδοκοπῶν εἰσέδραμα νὰ δώσω συχαρίτσιν,
    • καὶ εἰς τὸ τσιληπούρδισμα, εἰς τὴν χαρὰν ἐκείνην
    • καὶ εἰς τὸ ἀναρούφισμα τῆς ἐγκανισματίας
    • τὸ πρόσταγμα ἐσέβηκεν εἰς τὰ ἐντός μου μέσα.

Ετυμολογία

τσιληπούρδισμα < ελληνιστική τσιληπούρδισμα < τσιληπουρδώ / τσιληπουρδῶ < αρχαία ελληνική σιληπορδέω / σιληπορδῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσιληπούρδισματσιληπουρδίσματα
Γενικήτσιληπουρδίσματοςτσιληπουρδισμάτων
Αιτιατικήτσιληπούρδισματσιληπουρδίσματα
Κλητικήτσιληπούρδισματσιληπουρδίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →