τσιλιβήθρα
•
- πτηνόάλλη ονομασία του πουλιού σουσουράδα Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαϊδευτικά το πολύ μικρόσωμο και αδύνατο άτομο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιλιβήθρα < (άμεσο δάνειο) αλβανική çilimi + -ήθρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιλιβήθρα | τσιλιβήθρες |
| Γενική | τσιλιβήθρας | τσιλιβηθρών |
| Αιτιατική | τσιλιβήθρα | τσιλιβήθρες |
| Κλητική | τσιλιβήθρα | τσιλιβήθρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →