Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσιμεντένιος

/t͡si.menˈde.ɲos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. φτιαγμένος από τσιμέντο Βικιλεξικό
    • η Μιράντα ανεβασμένη στο μικρό τσιμεντένιο τοιχίο κόβει αγίνωτα σταφύλια της κληματαριάς, η Σολομονή βαστά τη σκάλα και η Κυβέλη αποσυρμένη στη σκιά ασχολείται διεξοδικά με το αρχινισμένο της μυθιστόρημα (Μιχάλης Γεννάρης, Ο σαξοφωνίστας, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)

Ετυμολογία

τσιμεντένιος < τσιμέντ(ο) + -ένιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσιμεντένιοςτσιμεντένιατσιμεντένιο
Γενικήτσιμεντένιουτσιμεντένιαςτσιμεντένιου
Αιτιατικήτσιμεντένιοτσιμεντένιατσιμεντένιο
Κλητικήτσιμεντένιετσιμεντένιατσιμεντένιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσιμεντένιοιτσιμεντένιεςτσιμεντένια
Γενικήτσιμεντένιωντσιμεντένιωντσιμεντένιων
Αιτιατικήτσιμεντένιουςτσιμεντένιεςτσιμεντένια
Κλητικήτσιμεντένιοιτσιμεντένιεςτσιμεντένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →