τσιμεντένιος
•
- φτιαγμένος από τσιμέντο Βικιλεξικό
- η Μιράντα ανεβασμένη στο μικρό τσιμεντένιο τοιχίο κόβει αγίνωτα σταφύλια της κληματαριάς, η Σολομονή βαστά τη σκάλα και η Κυβέλη αποσυρμένη στη σκιά ασχολείται διεξοδικά με το αρχινισμένο της μυθιστόρημα (Μιχάλης Γεννάρης, Ο σαξοφωνίστας, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)
Ετυμολογία
τσιμεντένιος < τσιμέντ(ο) + -ένιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιμεντένιος | τσιμεντένια | τσιμεντένιο |
| Γενική | τσιμεντένιου | τσιμεντένιας | τσιμεντένιου |
| Αιτιατική | τσιμεντένιο | τσιμεντένια | τσιμεντένιο |
| Κλητική | τσιμεντένιε | τσιμεντένια | τσιμεντένιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιμεντένιοι | τσιμεντένιες | τσιμεντένια |
| Γενική | τσιμεντένιων | τσιμεντένιων | τσιμεντένιων |
| Αιτιατική | τσιμεντένιους | τσιμεντένιες | τσιμεντένια |
| Κλητική | τσιμεντένιοι | τσιμεντένιες | τσιμεντένια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →