τσιμεντοποίηση
•
- οικοδομικήη ενέργεια και το αποτέλεσμα του τσιμεντοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιμεντοποίηση (νεολογισμός) < Μορφολογικά αναλύεται σε τσιμεντοποιώ + -ση (μεταφραστικό δάνειο από την ιταλική cementificazione)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιμεντοποίηση | τσιμεντοποιήσεις |
| Γενική | τσιμεντοποίησης | τσιμεντοποιήσεων |
| Αιτιατική | τσιμεντοποίηση | τσιμεντοποιήσεις |
| Κλητική | τσιμεντοποίηση | τσιμεντοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →