τσιμπάω τη μπάλα
•
- προφορικόακουμπώ ανεπαίσθητα τη μπάλα έτσι ώστε αυτή να αλλάξει πορεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιμπάω τη μπάλα < → δείτε τις λέξεις τσιμπάω, τη και μπάλα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
τσιμπάω τη μπάλα < → δείτε τις λέξεις τσιμπάω, τη και μπάλα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →