τσιμπολογώ
•
- οικείοτρώω λίγο και πρόχειρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιμπολογώ < τσιμπώ + -ο- + -λογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τσιμπολογάω / τσιμπολογώ | τσιμπολογάς | τσιμπολογά / τσιμπολογάει | τσιμπολογάμε / τσιμπολογούμε | τσιμπολογάτε | τσιμπολογάν / τσιμπολογάνε / τσιμπολογούν / τσιμπολογούνε |
| Παρατατικός | τσιμπολογούσα | τσιμπολογούσες | τσιμπολογούσε | τσιμπολογούσαμε | τσιμπολογούσατε | τσιμπολογούσαν / τσιμπολογούσανε |
| Αόριστος | τσιμπολόγησα | τσιμπολόγησες | τσιμπολόγησε | τσιμπολογήσαμε | τσιμπολογήσατε | τσιμπολογήσαν / τσιμπολογήσανε / τσιμπολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα τσιμπολογάω / θα τσιμπολογήσω / θα τσιμπολογώ | θα τσιμπολογάς / θα τσιμπολογήσεις | θα τσιμπολογά / θα τσιμπολογάει / θα τσιμπολογήσει | θα τσιμπολογάμε / θα τσιμπολογήσουμε / θα τσιμπολογούμε | θα τσιμπολογάτε / θα τσιμπολογήσετε | θα τσιμπολογάν / θα τσιμπολογάνε / θα τσιμπολογήσουν / θα τσιμπολογήσουνε / θα τσιμπολογούν / θα τσιμπολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω τσιμπολογήσει | έχεις τσιμπολογήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τσιμπολογήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τσιμπολογήσει / να τσιμπολογάω / να τσιμπολογήσω / να τσιμπολογώ | να έχεις τσιμπολογήσει / να τσιμπολογάς / να τσιμπολογήσεις | να τσιμπολογά / να τσιμπολογάει / να τσιμπολογήσει | να τσιμπολογάμε / να τσιμπολογήσουμε / να τσιμπολογούμε | να τσιμπολογάτε / να τσιμπολογήσετε | να τσιμπολογάν / να τσιμπολογάνε / να τσιμπολογήσουν / να τσιμπολογήσουνε / να τσιμπολογούν / να τσιμπολογούνε |
| Προστακτική | — | τσιμπολόγα / τσιμπολόγαγε / τσιμπολόγησε | — | — | τσιμπολογάτε / τσιμπολογήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →