Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσινιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με ζώο που δυστροπεί και τσινάει ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου έχει σχέση με άνθρωπο που δυστροπεί και αντιδρά απότομα ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσινιάρης < τσινιά + -άρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσινιάρηςτσινιάρατσινιάρικο
Γενικήτσινιάρητσινιάραςτσινιάρικου
Αιτιατικήτσινιάρητσινιάρατσινιάρικο
Κλητικήτσινιάρητσινιάρατσινιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσινιάρηδεςτσινιάρεςτσινιάρικα
Γενικήτσινιάρηδων—τσινιάρικων
Αιτιατικήτσινιάρηδεςτσινιάρεςτσινιάρικα
Κλητικήτσινιάρηδεςτσινιάρεςτσινιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →