Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσινκουετσέντο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τέχνηπερίοδος της ιταλικής Αναγέννησης που αντιστοιχεί στον 16ο αιώνα (1500–1599), κατά την οποία σημειώθηκε ακμή στις τέχνες (ζωγραφική, μουσική, λογοτεχνία, αρχιτεκτονική) Βικιλεξικό
    • Στὴ Δύση ἡ Αναγέννηση, τὸ ἄφταστο κάρπισμα τοῦ Κουατροτσέντο καὶ τοῦ Τσινκουετσέντο. Ἡ χαρὰ τῆς ζωῆς, ἡ νίκη τῆς χαρᾶς, τῆς χάρης καὶ τοῦ ὡραίου (Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης, Οι Μαυρόλυκοι, το Χρονικό της Τουρκοκρατίας, 1565-1799, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας", Ι.Δ. Κολλάρου, 2005)
  2. το νούμερο 1500 στα ιταλικά, και το ομώνυμο μοντέλο αυτοκινήτου της εταιρίας FIAT Βικιλεξικό
    • το τσινκουετσέντο άνοιξε κι από μέσα πετάχτηκε η Λιλή, που την άρπαξε από τις μασχάλες. « Πού ήσουνα, ρε πουλάκι μου;» φώναξε και την έσπρωξε μέσα στο φιατάκι (Μαρία Γαβαλά, Τα κορίτσια της πλατείας: μυθιστόρημα, εκδ. Πόλις, 2006, σελ. 188)

Ετυμολογία

τσινκουετσέντο < ιταλική Cinquecento < cinquecento (πεντακόσια)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →