τσιπλάκης
•
- ο γυμνός Βικιλεξικό
- μεταφορικάο φτωχός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιπλάκης < (άμεσο δάνειο) τουρκική çıplak + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιπλάκης | τσιπλάκηδες |
| Γενική | τσιπλάκη | τσιπλάκηδων |
| Αιτιατική | τσιπλάκη | τσιπλάκηδες |
| Κλητική | τσιπλάκη | τσιπλάκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →