τσιπροφονιάς
•
- λαϊκότροπο μειωτικόπου καταναλώνει μεγάλες ποσότητες τσίπουρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιπροφονιάς < τσίπρ(α) + -ο- + φονιάς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιπροφονιάς | τσιπροφονιάδες |
| Γενική | τσιπροφονιά | τσιπροφονιάδων |
| Αιτιατική | τσιπροφονιά | τσιπροφονιάδες |
| Κλητική | τσιπροφονιά | τσιπροφονιάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →