τσιράκι
•
- μειωτικόακόλουθος κάποιου ανώτερου που προσφέρει υπηρεσίες με ανταλλάγματα Βικιλεξικό
- παρωχημένομαθητευόμενος τεχνίτης Βικιλεξικό
- Γνωριστήκαμε το 1933. Αυτός δεκαεξάρης κι εγώ δεκαπεντάρης. Δούλευε σ' ένα παντοπωλείο, στη Διαγώνιο, τσιράκι. Μπακαλόγατο τον φώναζαν. Συνδεθήκαμε με αδερφική φιλία (Μωυσής Μιχάλης Μπουρλάς, Έλληνας, Εβραίος και αριστερός, εκδ. Νησίδες, 2000, σελ. 202)
Ετυμολογία
τσιράκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική چراق (çerag, çirag, μαθητευόμενος) (τουρκική çırak) / چراغ (çırak, λάμπα, κερί, μέντορας) (çirağ (λάμπα, κερί)) + -ι < περσική چراغ (čerâğ, čarâğ, λάμπα, φως)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιράκι | τσιράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | τσιράκι | τσιράκια |
| Κλητική | τσιράκι | τσιράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →