τσιρέκ'
•
- ιδιωματικότεταρτημόριο, το εν τέταρτον Βικιλεξικό
- τσιγρέκ' (Σαμοθράκη)
- ιδιωματικότο τέταρτο της ώρας Βικιλεξικό
- κρητική τσεϊρέκι
Ετυμολογία
τσιρέκ' < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική چیرك (τεταρτημόριο, το τέταρτο της ώρας) (τουρκική çeyrek) → δείτε και τη λέξη τσεϊρέκι με ... διφθόγγου και αποβολή... • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →