τσιριχτός
•
- που έχει σχέση με το τσίριγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτο τσιριχτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιριχτός < τσιρικτός, με ανομοίωση τρόπου άρθρωσης [kt > xt] < αόριστο θέμα τσιρικ- (τσίριξα, τσίρικ-σα) του τσιρίζω + -τός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιριχτός | τσιριχτή | τσιριχτό |
| Γενική | τσιριχτού | τσιριχτής | τσιριχτού |
| Αιτιατική | τσιριχτό | τσιριχτή | τσιριχτό |
| Κλητική | τσιριχτέ | τσιριχτή | τσιριχτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιριχτοί | τσιριχτές | τσιριχτά |
| Γενική | τσιριχτών | τσιριχτών | τσιριχτών |
| Αιτιατική | τσιριχτούς | τσιριχτές | τσιριχτά |
| Κλητική | τσιριχτοί | τσιριχτές | τσιριχτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →