Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσιριχτός

/t͡si.ɾiˈxtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το τσίριγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοτο τσιριχτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσιριχτός < τσιρικτός, με ανομοίωση τρόπου άρθρωσης [kt > xt] < αόριστο θέμα τσιρικ- (τσίριξα, τσίρικ-σα) του τσιρίζω + -τός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσιριχτόςτσιριχτήτσιριχτό
Γενικήτσιριχτούτσιριχτήςτσιριχτού
Αιτιατικήτσιριχτότσιριχτήτσιριχτό
Κλητικήτσιριχτέτσιριχτήτσιριχτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσιριχτοίτσιριχτέςτσιριχτά
Γενικήτσιριχτώντσιριχτώντσιριχτών
Αιτιατικήτσιριχτούςτσιριχτέςτσιριχτά
Κλητικήτσιριχτοίτσιριχτέςτσιριχτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →