Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσιρτσιπλάκης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πάμφτωχος Βικιλεξικό
  2. τσίτσιδος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσιρτσιπλάκης < τουρκικής: (ουσιαστικό) “çiplak” (πρφ: τσίπλακ) σημασία: γυμνός / (: ολόγυμνος) < çιr(il)-çiplak

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσιρτσιπλάκηςτσιρτσιπλάκηδες
Γενικήτσιρτσιπλάκητσιρτσιπλάκηδων
Αιτιατικήτσιρτσιπλάκητσιρτσιπλάκηδες
Κλητικήτσιρτσιπλάκητσιρτσιπλάκηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →