τσιρότο
•
- είδος λεπτού, αυτοκόλλητου επιδέσμου / έμπλαστρου Βικιλεξικό
- λευκοπλάστης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιρότο < (άμεσο δάνειο) ιταλική cerotto < μεσαιωνική λατινική cerotum < ελληνιστική κοινή *κηρωτόν ή μεσαιωνική ελληνική κηρωτόν (έμπλαστρο αλειμμένο με κερί) < αρχαία ελληνική κηρωτός (αλειμμένος με κερί) < κηρός (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιρότο | τσιρότα |
| Γενική | τσιρότου | τσιρότων |
| Αιτιατική | τσιρότο | τσιρότα |
| Κλητική | τσιρότο | τσιρότα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →