τσιτάρω
•
- σπάνιοπαραθέτω επακριβώς κάποιο σπουδαίο απόσπασμα γραπτού ή προφορικού λόγου, συνήθως για να ενισχύσω ένα επιχείρημα ή να προσδώσω κύρος στη θέση μου Βικιλεξικό
- Η Μέγκαν Μαρκλ τσιτάρει Χριστιανόπουλο (www.documentonews.gr, 06.12.2022)
Ετυμολογία
τσιτάρω < τσιτάτο + -άρω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →