Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσιτάτο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το σπάραγμα, η κατά λέξη επανάληψη αποσπάσματος από κείμενο ή λόγο σημαντικού προσώπου που παρατίθεται από κάποιον για να υποστηρίξει τις απόψεις του. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσιτάτο < (άμεσο δάνειο) γερμανική Zitat < λατινική citatus, μετοχή του citare· από την ίδια ρίζα και τα αγγλικά cite, citation, το γαλλικό citation, το ρουμανικό, σλοβενικό και σουηδικό citat κ.ά.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσιτάτοτσιτάτα
Γενικήτσιτάτουτσιτάτων
Αιτιατικήτσιτάτοτσιτάτα
Κλητικήτσιτάτοτσιτάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →