Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσιτσιρίζω

ρήμα
•
  1. συνήθως για λιπαρή ουσία που καίγεται / τηγανίζεταιπαράγω χαρακτηριστικό τσιριχτό ήχο σαν συριγμό Βικιλεξικό
    • Το φυτίλι τσιτσίρισε μες στο καντήλι κι έσβησε. (Κοσμάς Πολίτης Η κορομηλιά [διήγημα])
  2. μεταφορικάεξακολουθητικά και έντονα ταλαιπωρώ κάποιον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσιτσιρίζω < τσιρίζω < αρχαία ελληνική συρίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτσιτσιρίζωτσιτσιρίζειςτσιτσιρίζειτσιτσιρίζουμετσιτσιρίζετετσιτσιρίζουν / τσιτσιρίζουνε
Παρατατικόςτσιτσίριζατσιτσίριζεςτσιτσίριζετσιτσιρίζαμετσιτσιρίζατετσιτσίριζαν / τσιτσιρίζαν / τσιτσιρίζανε
Αόριστοςτσιτσίρισατσιτσίρισεςτσιτσίρισετσιτσιρίσαμετσιτσιρίσατετσιτσίρισαν / τσιτσιρίσαν / τσιτσιρίσανε
Μέλλονταςθα τσιτσιρίζω / θα τσιτσιρίσωθα τσιτσιρίζεις / θα τσιτσιρίσειςθα τσιτσιρίζει / θα τσιτσιρίσειθα τσιτσιρίζουμε / θα τσιτσιρίσουμεθα τσιτσιρίζετε / θα τσιτσιρίσετεθα τσιτσιρίζουν / θα τσιτσιρίζουνε / θα τσιτσιρίσουν / θα τσιτσιρίσουνε
Παρακείμενοςέχω τσιτσιρίσειέχεις τσιτσιρίσειέχει τσιτσιρίσειέχουμε τσιτσιρίσειέχετε τσιτσιρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τσιτσιρίσειείχες τσιτσιρίσειείχε τσιτσιρίσειείχαμε τσιτσιρίσει——
Υποτακτικήνα έχω τσιτσιρίσει / να τσιτσιρίζω / να τσιτσιρίσωνα έχεις τσιτσιρίσει / να τσιτσιρίζεις / να τσιτσιρίσειςνα έχει τσιτσιρίσει / να τσιτσιρίζει / να τσιτσιρίσεινα έχουμε τσιτσιρίσει / να τσιτσιρίζουμε / να τσιτσιρίσουμενα έχετε τσιτσιρίσει / να τσιτσιρίζετε / να τσιτσιρίσετενα τσιτσιρίζουν / να τσιτσιρίζουνε / να τσιτσιρίσουν / να τσιτσιρίσουνε
Προστακτική—τσιτσίριζε / τσιτσίρισε——τσιτσιρίζετε / τσιτσιρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →