τσιτσιρίζω
•
- συνήθως για λιπαρή ουσία που καίγεται / τηγανίζεταιπαράγω χαρακτηριστικό τσιριχτό ήχο σαν συριγμό Βικιλεξικό
- Το φυτίλι τσιτσίρισε μες στο καντήλι κι έσβησε. (Κοσμάς Πολίτης Η κορομηλιά [διήγημα])
- μεταφορικάεξακολουθητικά και έντονα ταλαιπωρώ κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιτσιρίζω < τσιρίζω < αρχαία ελληνική συρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τσιτσιρίζω | τσιτσιρίζεις | τσιτσιρίζει | τσιτσιρίζουμε | τσιτσιρίζετε | τσιτσιρίζουν / τσιτσιρίζουνε |
| Παρατατικός | τσιτσίριζα | τσιτσίριζες | τσιτσίριζε | τσιτσιρίζαμε | τσιτσιρίζατε | τσιτσίριζαν / τσιτσιρίζαν / τσιτσιρίζανε |
| Αόριστος | τσιτσίρισα | τσιτσίρισες | τσιτσίρισε | τσιτσιρίσαμε | τσιτσιρίσατε | τσιτσίρισαν / τσιτσιρίσαν / τσιτσιρίσανε |
| Μέλλοντας | θα τσιτσιρίζω / θα τσιτσιρίσω | θα τσιτσιρίζεις / θα τσιτσιρίσεις | θα τσιτσιρίζει / θα τσιτσιρίσει | θα τσιτσιρίζουμε / θα τσιτσιρίσουμε | θα τσιτσιρίζετε / θα τσιτσιρίσετε | θα τσιτσιρίζουν / θα τσιτσιρίζουνε / θα τσιτσιρίσουν / θα τσιτσιρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τσιτσιρίσει | έχεις τσιτσιρίσει | έχει τσιτσιρίσει | έχουμε τσιτσιρίσει | έχετε τσιτσιρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τσιτσιρίσει | είχες τσιτσιρίσει | είχε τσιτσιρίσει | είχαμε τσιτσιρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τσιτσιρίσει / να τσιτσιρίζω / να τσιτσιρίσω | να έχεις τσιτσιρίσει / να τσιτσιρίζεις / να τσιτσιρίσεις | να έχει τσιτσιρίσει / να τσιτσιρίζει / να τσιτσιρίσει | να έχουμε τσιτσιρίσει / να τσιτσιρίζουμε / να τσιτσιρίσουμε | να έχετε τσιτσιρίσει / να τσιτσιρίζετε / να τσιτσιρίσετε | να τσιτσιρίζουν / να τσιτσιρίζουνε / να τσιτσιρίσουν / να τσιτσιρίσουνε |
| Προστακτική | — | τσιτσίριζε / τσιτσίρισε | — | — | τσιτσιρίζετε / τσιτσιρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →