Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσιφλικικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τσιφλίκι ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσιφλικικός < τσιφλίκι + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσιφλικικόςτσιφλικικήτσιφλικικό
Γενικήτσιφλικικούτσιφλικικήςτσιφλικικού
Αιτιατικήτσιφλικικότσιφλικικήτσιφλικικό
Κλητικήτσιφλικικέτσιφλικικήτσιφλικικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσιφλικικοίτσιφλικικέςτσιφλικικά
Γενικήτσιφλικικώντσιφλικικώντσιφλικικών
Αιτιατικήτσιφλικικούςτσιφλικικέςτσιφλικικά
Κλητικήτσιφλικικοίτσιφλικικέςτσιφλικικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →