τσιφούτικος
•
- που έχει σχέση με τσιφούτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιφούτικος < τσιφούτης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιφούτικος | τσιφούτικη | τσιφούτικο |
| Γενική | τσιφούτικου | τσιφούτικης | τσιφούτικου |
| Αιτιατική | τσιφούτικο | τσιφούτικη | τσιφούτικο |
| Κλητική | τσιφούτικε | τσιφούτικη | τσιφούτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιφούτικοι | τσιφούτικες | τσιφούτικα |
| Γενική | τσιφούτικων | τσιφούτικων | τσιφούτικων |
| Αιτιατική | τσιφούτικους | τσιφούτικες | τσιφούτικα |
| Κλητική | τσιφούτικοι | τσιφούτικες | τσιφούτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →