τσολιαδίστικος
•
- που έχει σχέση με τσολιάδες ή ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσολιαδίστικος < τσολιάς + -ίστικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσολιαδίστικος | τσολιαδίστικη | τσολιαδίστικο |
| Γενική | τσολιαδίστικου | τσολιαδίστικης | τσολιαδίστικου |
| Αιτιατική | τσολιαδίστικο | τσολιαδίστικη | τσολιαδίστικο |
| Κλητική | τσολιαδίστικε | τσολιαδίστικη | τσολιαδίστικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσολιαδίστικοι | τσολιαδίστικες | τσολιαδίστικα |
| Γενική | τσολιαδίστικων | τσολιαδίστικων | τσολιαδίστικων |
| Αιτιατική | τσολιαδίστικους | τσολιαδίστικες | τσολιαδίστικα |
| Κλητική | τσολιαδίστικοι | τσολιαδίστικες | τσολιαδίστικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →