Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσολιαδίστικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τσολιάδες ή ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσολιαδίστικος < τσολιάς + -ίστικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσολιαδίστικοςτσολιαδίστικητσολιαδίστικο
Γενικήτσολιαδίστικουτσολιαδίστικηςτσολιαδίστικου
Αιτιατικήτσολιαδίστικοτσολιαδίστικητσολιαδίστικο
Κλητικήτσολιαδίστικετσολιαδίστικητσολιαδίστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσολιαδίστικοιτσολιαδίστικεςτσολιαδίστικα
Γενικήτσολιαδίστικωντσολιαδίστικωντσολιαδίστικων
Αιτιατικήτσολιαδίστικουςτσολιαδίστικεςτσολιαδίστικα
Κλητικήτσολιαδίστικοιτσολιαδίστικεςτσολιαδίστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →