τσομπάνισσα
•
- επάγγελμαθηλυκό του τσομπάνης Βικιλεξικό
- επάγγελμαθηλυκό του τσομπάνος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσομπάνισσα < τσομπάν(ης) ή τσομπάν(ος) + -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσομπάνισσα | τσομπάνισσες |
| Γενική | τσομπάνισσας | τσομπανισσών |
| Αιτιατική | τσομπάνισσα | τσομπάνισσες |
| Κλητική | τσομπάνισσα | τσομπάνισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →