Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσομπάνισσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαθηλυκό του τσομπάνης Βικιλεξικό
  2. επάγγελμαθηλυκό του τσομπάνος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσομπάνισσα < τσομπάν(ης) ή τσομπάν(ος) + -ισσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσομπάνισσατσομπάνισσες
Γενικήτσομπάνισσαςτσομπανισσών
Αιτιατικήτσομπάνισσατσομπάνισσες
Κλητικήτσομπάνισσατσομπάνισσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →