Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσοπανάκος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. υποκοριστικόνεαρός βοσκός Βικιλεξικό
  2. πτηνόκοινή ονομασία στρουθιόμορφων πτηνών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσοπανάκος < τσοπάν(ης) + υποκοριστικό επίθημα -άκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσοπανάκοςτσοπανάκοι
Γενικήτσοπανάκουτσοπανάκων
Αιτιατικήτσοπανάκοτσοπανάκους
Κλητικήτσοπανάκοτσοπανάκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →