τσοπανάκος
•
- υποκοριστικόνεαρός βοσκός Βικιλεξικό
- πτηνόκοινή ονομασία στρουθιόμορφων πτηνών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσοπανάκος < τσοπάν(ης) + υποκοριστικό επίθημα -άκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσοπανάκος | τσοπανάκοι |
| Γενική | τσοπανάκου | τσοπανάκων |
| Αιτιατική | τσοπανάκο | τσοπανάκους |
| Κλητική | τσοπανάκο | τσοπανάκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →