Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσοπανοπούλα

/t͡so.pa.noˈpu.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικόνεαρή τσοπάνισσα Βικιλεξικό
  2. κόρη τσοπάνη Βικιλεξικό
  3. στον πληθυντικόκόρες του τσοπάνη, τα παιδιά του τσοπάνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσοπανοπούλα < τσοπάν(ης) / τσοπάν(ος) + -οπούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσοπανοπούλατσοπανοπούλες
Γενικήτσοπανοπούλας—
Αιτιατικήτσοπανοπούλατσοπανοπούλες
Κλητικήτσοπανοπούλατσοπανοπούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →