τσοπανοπούλα
•
- υποκοριστικόνεαρή τσοπάνισσα Βικιλεξικό
- κόρη τσοπάνη Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόκόρες του τσοπάνη, τα παιδιά του τσοπάνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσοπανοπούλα < τσοπάν(ης) / τσοπάν(ος) + -οπούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσοπανοπούλα | τσοπανοπούλες |
| Γενική | τσοπανοπούλας | — |
| Αιτιατική | τσοπανοπούλα | τσοπανοπούλες |
| Κλητική | τσοπανοπούλα | τσοπανοπούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →