Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσοπανόσκυλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σκύλος που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη κοπαδιού κυρίως από πρόβατα και κατσίκια Βικιλεξικό
    • λαϊκή ονομασία για τον όρο: ποιμενικός

Ετυμολογία

τσοπανόσκυλο < τσοπάν(ος) + -ό- + σκυλ(ί) + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσοπανόσκυλοτσοπανόσκυλα
Γενικήτσοπανόσκυλουτσοπανόσκυλων
Αιτιατικήτσοπανόσκυλοτσοπανόσκυλα
Κλητικήτσοπανόσκυλοτσοπανόσκυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →