Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσορβάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γαστρονομίαείδος (πηχτής) σούπας Βικιλεξικό
    • Οὕτως ἐκέρδισα καὶ τὸν Βελῆ πασᾶ. Ἔμειναν οἱ προεστοὶ ὅλοι «νεκροὶ» πλέον, χωρίς χουλιάρα. Τὴν χουλιάρα τὴν ἔλαβα ἐγώ, καὶ ἐπειδὴ ἦτον γλυκὸς ὁ τζιορβάς, ἄρχισα καὶ τὴν βαστοῦσα καλά, καὶ ὅποτε ἤθελα, τοὺς ἔδιδα ἀπὸ ὀλίγον νὰ ροφῄσουν καὶ αὐτοί. (Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821–1833, εισαγωγή και σημειώσεις: Γιάννης Βλαχογιάννης, Χορηγία Παγκείου Επιτροπής, τ. 1, Αθήνα 1939, σελ. 318)
  2. γαστρονομίαάνοστο (πηχτό) φαγητό Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαδιάφορη ή μπερδεμένη κατάσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσορβάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική çorba < περσική شوربا (shōrbā: χυλός, χορτόσουπα, σούπα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσορβάςτσορβάδες
Γενικήτσορβάτσορβάδων
Αιτιατικήτσορβάτσορβάδες
Κλητικήτσορβάτσορβάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →