Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσουγκρανίζω

ρήμα
•
  1. σκαλίζω ή καθαρίζω με μία τσουγκράνα Βικιλεξικό
  2. γρατσουνίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσουγκρανίζω < μεσαιωνική ελληνική τσουγκρανίζω < γρατσουνίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτσουγκρανίζωτσουγκρανίζειςτσουγκρανίζειτσουγκρανίζουμετσουγκρανίζετετσουγκρανίζουν / τσουγκρανίζουνε
Παρατατικόςτσουγκράνιζατσουγκράνιζεςτσουγκράνιζετσουγκρανίζαμετσουγκρανίζατετσουγκράνιζαν / τσουγκρανίζαν / τσουγκρανίζανε
Αόριστοςτσουγκράνισατσουγκράνισεςτσουγκράνισετσουγκρανίσαμετσουγκρανίσατετσουγκράνισαν / τσουγκρανίσαν / τσουγκρανίσανε
Μέλλονταςθα τσουγκρανίζω / θα τσουγκρανίσωθα τσουγκρανίζεις / θα τσουγκρανίσειςθα τσουγκρανίζει / θα τσουγκρανίσειθα τσουγκρανίζουμε / θα τσουγκρανίσουμεθα τσουγκρανίζετε / θα τσουγκρανίσετεθα τσουγκρανίζουν / θα τσουγκρανίζουνε / θα τσουγκρανίσουν / θα τσουγκρανίσουνε
Παρακείμενοςέχω τσουγκρανίσειέχεις τσουγκρανίσειέχει τσουγκρανίσειέχουμε τσουγκρανίσειέχετε τσουγκρανίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τσουγκρανίσειείχες τσουγκρανίσειείχε τσουγκρανίσειείχαμε τσουγκρανίσει——
Υποτακτικήνα έχω τσουγκρανίσει / να τσουγκρανίζω / να τσουγκρανίσωνα έχεις τσουγκρανίσει / να τσουγκρανίζεις / να τσουγκρανίσειςνα έχει τσουγκρανίσει / να τσουγκρανίζει / να τσουγκρανίσεινα έχουμε τσουγκρανίσει / να τσουγκρανίζουμε / να τσουγκρανίσουμενα έχετε τσουγκρανίσει / να τσουγκρανίζετε / να τσουγκρανίσετενα τσουγκρανίζουν / να τσουγκρανίζουνε / να τσουγκρανίσουν / να τσουγκρανίσουνε
Προστακτική—τσουγκράνιζε / τσουγκράνισε——τσουγκρανίζετε / τσουγκρανίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →