τσουκάνι
•
- κουδούνι ζώου Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: τροκάνι, τσοκάνα, τσουκάνα, τσοκάνι
- το γλωσσίδι κουδουνιού Βικιλεξικό
- σφυρί για το πελέκημα της πέτρας Βικιλεξικό
- είδος αλωνιστικής μηχανής που την σέρνουν υποζύγια Βικιλεξικό
- ψάριμικρός νεαρός κυπρίνος, ψάρι του γλυκού νερού του είδους Cyprinus carpio) Βικιλεξικό
- Πήγαμε για ψάρεμα στη λίμνη, αλλά βγάλαμε μόνο λίγα τσουκάνια.
Ετυμολογία
τσουκάνι < ελληνιστική κοινή τυκάνη ή σλαβικής προέλευσης tṩukan
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσουκάνι | τσουκάνια |
| Γενική | τσουκανιού | τσουκανιών |
| Αιτιατική | τσουκάνι | τσουκάνια |
| Κλητική | τσουκάνι | τσουκάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →