Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσουλί

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η τσούλα Βικιλεξικό
    • Τρία χρόνια μετά που χάθηκες εσύ, εξαφανίστηκε κι αυτός. - Μα πώς; της λέω. - Ας όψεται εκείνο το τσουλί! μου λέει. Μια μορφονιά που είχε πάρει στο μαγαζί, για να τον βοηθάει. λες και πνιγόταν στη δουλειά... τέλος πάντων... Περίπου οχτώ μήνες την κανόνιζε κάτω απ'τη μύτη μου κι εγώ είχα μεσάνυχτα. (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου, Ροζαλία, 2015, σελ. 145)

Ετυμολογία

τσουλί < τσούλα + υποκοριστικό επίθημα -ί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσουλίτσουλιά
Γενικήτσουλιούτσουλιών
Αιτιατικήτσουλίτσουλιά
Κλητικήτσουλίτσουλιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τσούλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φτηνό ή παλιό στρωσίδι Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάπαλιό ρούχο, κουρέλι Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάάνθρωπος χαμηλής ηθικής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσούλι < (άμεσο δάνειο) τουρκική çul

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσούλιτσούλια
Γενικήτσουλιούτσουλιών
Αιτιατικήτσούλιτσούλια
Κλητικήτσούλιτσούλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →