τσουνί
•
- κοτσάνι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοτιδήποτε έχει ανάλογο σχήμα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπέος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσουνί < (άμεσο δάνειο) αλβανική tşuni < çun αγόρι, γιος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *seu̯H- (γεννώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσουνί | τσουνιά |
| Γενική | τσουνιού | τσουνιών |
| Αιτιατική | τσουνί | τσουνιά |
| Κλητική | τσουνί | τσουνιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →