Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσουπωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. με σφιχτή σάρκα, που δεν είναι πλαδαρή Βικιλεξικό
    • Και ο κώλος φαρδύς σαν της μάνας της, αλλά σφιχτός, τσουπωτός, έτσι όπως του αρέσανε οι κώλοι (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, 2015 https://books.google.gr/books?id=0Px6CAAAQBAJ&lpg=PT71&dq=%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%80%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82&pg=PT71#v=onepage&q=%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%80%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82&f=false)
    • (Π. Αραβαντινός, Συλλογή δημωδών ασμάτων της Ηπείρου, εκδ. Πέτρος Περρής, 1880, σελ. 134 https://books.google.gr/books?id=QLzSxrtcleMC&dq=%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%80%CF%89%CF%84%CE%AE&pg=PA134#v=onepage&q=%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%80%CF%89%CF%84%CE%AE&f=false)
    • Νάνι του και νάνα του,
    • νάρθ' η μάνα του
    • απ' το δαφνοπόταμο
    • κι' απ' το κρυό νερό
    • και να του φέρη λούλουδα
    • γιούλια και τριαντάφυλλα
    • και δυό τσουπωτά βυζιά
    • σαν τη ζάχαρι γλυκά

Ετυμολογία

τσουπωτός < τσούπ(α) + -ωτός ή από το στουπωτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσουπωτόςτσουπωτήτσουπωτό
Γενικήτσουπωτούτσουπωτήςτσουπωτού
Αιτιατικήτσουπωτότσουπωτήτσουπωτό
Κλητικήτσουπωτέτσουπωτήτσουπωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσουπωτοίτσουπωτέςτσουπωτά
Γενικήτσουπωτώντσουπωτώντσουπωτών
Αιτιατικήτσουπωτούςτσουπωτέςτσουπωτά
Κλητικήτσουπωτοίτσουπωτέςτσουπωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →