Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσουρουφλίζω

ρήμα
•
  1. καίω κάτι στην επιφάνειά του κι όχι σε βάθος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάδυσκολεύω, ταλαιπωρώ, δυσαρεστώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσουρουφλίζω < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτσουρουφλίζωτσουρουφλίζειςτσουρουφλίζειτσουρουφλίζουμετσουρουφλίζετετσουρουφλίζουν / τσουρουφλίζουνε
Παρατατικόςτσουρούφλιζατσουρούφλιζεςτσουρούφλιζετσουρουφλίζαμετσουρουφλίζατετσουρουφλίζαν / τσουρουφλίζανε / τσουρούφλιζαν
Αόριστοςτσουρούφλισατσουρούφλισεςτσουρούφλισετσουρουφλίσαμετσουρουφλίσατετσουρουφλίσαν / τσουρουφλίσανε / τσουρούφλισαν
Μέλλονταςθα τσουρουφλίζω / θα τσουρουφλίσωθα τσουρουφλίζεις / θα τσουρουφλίσειςθα τσουρουφλίζει / θα τσουρουφλίσειθα τσουρουφλίζουμε / θα τσουρουφλίσουμεθα τσουρουφλίζετε / θα τσουρουφλίσετεθα τσουρουφλίζουν / θα τσουρουφλίζουνε / θα τσουρουφλίσουν / θα τσουρουφλίσουνε
Παρακείμενοςέχω τσουρουφλίσειέχεις τσουρουφλίσειέχει τσουρουφλίσειέχουμε τσουρουφλίσειέχετε τσουρουφλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τσουρουφλίσειείχες τσουρουφλίσειείχε τσουρουφλίσειείχαμε τσουρουφλίσει——
Υποτακτικήνα έχω τσουρουφλίσει / να τσουρουφλίζω / να τσουρουφλίσωνα έχεις τσουρουφλίσει / να τσουρουφλίζεις / να τσουρουφλίσειςνα έχει τσουρουφλίσει / να τσουρουφλίζει / να τσουρουφλίσεινα έχουμε τσουρουφλίσει / να τσουρουφλίζουμε / να τσουρουφλίσουμενα έχετε τσουρουφλίσει / να τσουρουφλίζετε / να τσουρουφλίσετενα τσουρουφλίζουν / να τσουρουφλίζουνε / να τσουρουφλίσουν / να τσουρουφλίσουνε
Προστακτική—τσουρούφλιζε / τσουρούφλισε——τσουρουφλίζετε / τσουρουφλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →