τσουρούκης
•
- κακός μάστορας, ανίκανος, κακοτεχνίτης (για άνθρωπο) Βικιλεξικό
- σάπιος (ακριβής έννοια της τουρκικής λέξης çürük, η οποία χρησιμοποιείται και για τα τερηδονισμένα δόντια) Βικιλεξικό
- λειψός, ελλιπής, χαλασμένος, παλαιωμένος (για νομίσματα) Βικιλεξικό
- τσουρούκικος (που είναι κακοφτιαγμένος ή ελλειπής) Βικιλεξικό
- τσουρούκικια (δουλειά που δεν είναι καλή) Βικιλεξικό
- τσουρούκικα (δουλειά που έχει γίνει με κακό, ελλειπή τρόπο) Βικιλεξικό
- τσουρουκτουρεύω (κάνω πρόχειρα, κακά μια εργασία) Βικιλεξικό
- τσουρουντίζω (φθείρω) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσουρούκης < τουρκική çürük = σάπιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσουρούκης | τσουρούκης | τσουρούκης |
| Γενική | τσουρούκη | τσουρούκη | τσουρούκη |
| Αιτιατική | τσουρούκη | τσουρούκη | τσουρούκη |
| Κλητική | τσουρούκη | τσουρούκη | τσουρούκη |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσουρούκηδες | τσουρούκηδες | τσουρούκηδες |
| Γενική | τσουρούκηδων | τσουρούκηδων | τσουρούκηδων |
| Αιτιατική | τσουρούκηδες | τσουρούκηδες | τσουρούκηδες |
| Κλητική | τσουρούκηδες | τσουρούκηδες | τσουρούκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →