τσουτσέκι
•
- προσφώνησηπεριφρονητική προσφώνηση για άτομο που θεωρούμε ποταπό και ασήμαντο Βικιλεξικό
- Ο Στρατηγός αντιμετώπισε τον δημοσιογράφο όχι ως εκπρόσωπο επαρχιακού καναλιού, ένα ανίσχυρο τσουτσέκι, δηλαδή που έκανε τη βρομοδουλειά που του ανέθεσαν, αλλά ως εντεταλμένο αντιπρόσωπο ολόκληρου του αμερικανικού λαού (Σοφία Νικολαΐδου, Χορεύουν οι ελέφαντες, εκδ. Μεταίχμιο, 2012)
Ετυμολογία
τσουτσέκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική چیچك (çiçek) + -ι (λουλούδι, κατεργάρης) + -ι με τροπή [i] > [u]. Δείτε και την τουρκική çiçek
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσουτσέκι | τσουτσέκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | τσουτσέκι | τσουτσέκια |
| Κλητική | τσουτσέκι | τσουτσέκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →