τσούξιμο
•
- οξύς πόνος• συχνά επιφανειακός Βικιλεξικό
- μπεκρούλιασμα, παράπιομα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσούξιμο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσούξιμο | τσουξίματα |
| Γενική | τσουξίματος | τσουξιμάτων |
| Αιτιατική | τσούξιμο | τσουξίματα |
| Κλητική | τσούξιμο | τσουξίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →