τσούχτρα
•
- ζωολογίαη μέδουσα, η σαλούφα Βικιλεξικό
- μεταφορικάκακιά γυναίκα που επικρίνει τους άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσούχτρα < τσούζω + κατάληξη θηλυκού -τρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσούχτρα | τσούχτρες |
| Γενική | τσούχτρας | τσουχτρών |
| Αιτιατική | τσούχτρα | τσούχτρες |
| Κλητική | τσούχτρα | τσούχτρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →