Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσόλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φτηνό ρούχο ή ύφασμα Βικιλεξικό
    • Ιδρωμένο τ'άλογό του στάθηκε μέσα στο πλήθος, - ο κυρ Θανασός, είπαν μερικοί. Κάποιος φτωχάνθρωπος πήρε από τα χέρια του τ'άλογο αφρισμένο, να το γυρίσει. Το σκέπασε και με το τσόλι του. Ο ίδιος ανακατεύτηκε μέσα στο πλήθος (Αρχείον Θράκης, Εταιρεία Θρακικών Μελετών, τόμοι 3-4, 1936, σελ. 32)
    • Το τρίτο πίσω μέρος της τέντας το σκεπάζουν με την τεντούλα και στερεώνουν επίσης στο χώμα με θηλειές, που πιάνουν σε άλλες κλιτσούλες. Αν μείνει κανένα κομμάτι ανοιχτό, ρίχνουν άλλα τσόλια (Αγγελική Χατζημιχάλη, Σαρακατσάνοι, τόμος 1, τεύχος 2, 1957, σελ. 22)
  2. μεταφορικάάνθρωπος ανάξιος λόγου, χαμηλού ηθικού, πνευματικού, κοινωνικού επιπέδου Βικιλεξικό
    • Άσε που δεν την γούσταρα πραγματικά ποτέ. Ένα τσόλι είναι. (Χ.Α. Χωμενίδης, Η φωνή, εκδ. Πατάκης, 2016)
  3. παρωχημένομάλλινος σάκος που χρησιμοποιούσαν για ελαιοτριβεία για έκθλιψη του ήδη αλεσμένου ελαιοκάρπου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσόλι < (άμεσο δάνειο) τουρκική çul (φόρεμα) < περσική جل (jull) < αραβική جل (jull)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσόλιτσόλια
Γενικήτσολιούτσολιών
Αιτιατικήτσόλιτσόλια
Κλητικήτσόλιτσόλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →